Αρχαιολόγοι κατάφεραν να φέρουν στο φως και να καταγράψουν συστηματικά το εκτεταμένο υδραυλικό σύστημα που εξασφάλιζε την υδροδότηση της αρχαίας Αμφίπολης για περισσότερο από μία χιλιετία, αποκαλύπτοντας μια εντυπωσιακή πτυχή της τεχνολογικής και αστικής οργάνωσης της πόλης.
Η έρευνα αποτελεί αποτέλεσμα της στενής συνεργασίας μεταξύ του Τμήματος Προϊστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Γρανάδας και της Εφορείας Αρχαιοτήτων Σερρών, στο πλαίσιο του προγράμματος EAA/MYA (Μελέτη των Υδραγωγείων της Αμφίπολης). Τα πρώτα σημαντικά συμπεράσματα προέκυψαν μέσα στα τρία αρχικά χρόνια εργασιών, επιβεβαιώνοντας τη σημασία του εγχειρήματος.
Το πρόγραμμα ξεκίνησε το 2022 και αποτελεί σήμερα τη μοναδική ισπανική ερευνητική αποστολή που δραστηριοποιείται στη Βόρεια Ελλάδα. Η πρώτη φάση του έχει οριστεί ως πενταετής, με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2027, ενώ ήδη εξετάζεται η συνέχισή του με δεύτερη φάση έως το 2032, γεγονός που υπογραμμίζει τη δυναμική και το εύρος των ανακαλύψεων.
Στο επίκεντρο της μελέτης βρίσκεται το σύστημα ύδρευσης της Αμφίπολης, μιας σημαντικής αθηναϊκής αποικίας του 5ου αιώνα π.Χ., γνωστής και για τα εμβληματικά μνημεία της ελληνιστικής εποχής, όπως το Λιοντάρι της Αμφίπολης και ο Τύμβος Καστά. Παρότι παλαιότερες έρευνες είχαν εντοπίσει ενδείξεις υδραγωγείων που μετέφεραν νερό από το όρος Παγγαίο προς την πόλη, δεν είχε προηγηθεί μέχρι σήμερα μια ολοκληρωμένη τοπογραφική και χαρτογραφική αποτύπωσή τους.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι από την ίδρυσή της η πόλη διέθετε οργανωμένο σύστημα ύδρευσης με κεραμικούς σωλήνες. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, το σύστημα αυτό εξελίχθηκε με την κατασκευή μεγαλύτερων λιθόκτιστων αγωγών, ενώ στη βυζαντινή εποχή διατηρήθηκε και προσαρμόστηκε, αποδεικνύοντας τη συνεχή χρήση και σημασία του μέσα στους αιώνες.
Η έρευνα ανέδειξε τρεις βασικές φάσεις κατασκευής —Κλασική, Ρωμαϊκή και Βυζαντινή— προσφέροντας μια σπάνια ευκαιρία ανασύνθεσης ενός υδραυλικού δικτύου που λειτούργησε αδιάλειπτα για πάνω από χίλια χρόνια. Παράλληλα, η μελέτη αποκάλυψε ένα πλούσιο αρχαιολογικό τοπίο γύρω από τις διαδρομές των αγωγών, το οποίο περιλαμβάνει κατάλοιπα από διαφορετικές ιστορικές περιόδους: αγροτικούς οικισμούς της Κλασικής εποχής, εγκαταστάσεις της Εποχής του Σιδήρου, ελληνιστικά οχυρωματικά έργα, βυζαντινά κάστρα, οθωμανικούς οικισμούς, ακόμη και χαρακώματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Έτσι, ο αρχικός στόχος της έρευνας —η καταγραφή των υδραγωγείων— διευρύνθηκε σημαντικά, μετατρέποντας το έργο σε μια πολυεπίπεδη μελέτη της ιστορικής εξέλιξης της περιοχής.
Η πιο πρόσφατη ερευνητική αποστολή πραγματοποιήθηκε από τα τέλη Μαρτίου έως τις αρχές Απριλίου και επικεντρώθηκε στην περαιτέρω χαρτογράφηση των υδραυλικών διαδρομών, καθώς και στην τεκμηρίωση νέων αρχαιολογικών θέσεων. Στην αποστολή συμμετείχαν ερευνητές και φοιτητές από το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας, σε συνεργασία με επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με τη χρηματοδότηση του ισπανικού πανεπιστημίου και του Υπουργείου Πολιτισμού.
Το πρόγραμμα EAA/MYA εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια ενίσχυσης της ισπανικής παρουσίας στις κλασικές σπουδές στην Ελλάδα και αποτελεί μία από τις ελάχιστες ισπανικές αρχαιολογικές πρωτοβουλίες που βρίσκονται σε εξέλιξη στη χώρα. Παράλληλα, συνδέεται με την προοπτική ίδρυσης Ισπανικής Σχολής Ελληνικών Σπουδών στην Αθήνα, ενισχύοντας τη διεθνή επιστημονική συνεργασία.
Με τις μελλοντικές έρευνες να προγραμματίζονται σε ετήσια βάση, το έργο φιλοδοξεί να ολοκληρώσει τη χαρτογράφηση του υδραυλικού δικτύου της Αμφίπολης και των σχετιζόμενων οικισμών, φωτίζοντας μια ιστορική συνέχεια που εκτείνεται σε περισσότερα από χίλια χρόνια και αποκαλύπτοντας τον καθοριστικό ρόλο του νερού στην ανάπτυξη και επιβίωση μιας από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαιότητας.
