τθξυτ

Ποιος αφηγείται τα μνημεία μας; Από την Αγία Σοφία και τη Σουμελά έως την Έφεσο.

Του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ.

 

Πριν από λίγες ημέρες, στην Παναγία Σουμελά του Πόντου, η Θεία Λειτουργία της 23ης Αυγούστου τελέστηκε υπό ένα ακόμη ασφυκτικό πλαίσιο περιορισμών. Για πρώτη φορά μετά την επανέναρξη των λειτουργιών στη Μονή, αποκλείστηκαν οι εκπρόσωποι του Τύπου, ενώ ο αριθμός των προσκυνητών περιορίστηκε δραστικά. Η ίδια η τέλεση της Θείας Λειτουργίας σε ένα από τα ιερότερα προσκυνήματα του Ποντιακού Ελληνισμού εξακολουθεί να εξαρτάται κάθε χρόνο από την άδεια των τουρκικών αρχών.

Έναν μήνα νωρίτερα, η τουρκική Προεδρία γιόρταζε την επέτειο της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τέμενος, συνδέοντάς την ευθέως με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και παρουσιάζοντάς την ως έκφραση του κυριαρχικού δικαιώματος της Τουρκίας. Οι Άρχοντες του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατήγγειλαν αυτή την παρουσίαση ως απόπειρα διαγραφής της χριστιανικής ιστορίας και της οικουμενικής σημασίας του μνημείου.

Τι συνδέει όλες αυτές τις κινήσεις και γιατί πρέπει να ενδιαφέρουν τόσο πολύ την Ελλάδα;

Πίσω τους διακρίνεται κάτι βαθύτερο από μία ακόμη ελληνοτουρκική διαφορά. Διακρίνεται μια οργανωμένη πολιτική πάνω στην ιστορική μνήμη, με στόχο την αλλοίωση της ταυτότητας των μνημείων και τη σταδιακή ενσωμάτωσή τους σε μια αποκλειστικά τουρκική εθνική αφήγηση.

Από χριστιανικά μνημεία σε σύμβολα κατάκτησης

Η Αγία Σοφία, κορυφαίο δημιούργημα της χριστιανικής οικουμένης και της βυζαντινής αρχιτεκτονικής, λειτουργεί πλέον ως τέμενος. Η Μονή της Χώρας, με τα μοναδικά ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες της, ακολούθησε τον ίδιο δρόμο. Αντίστοιχες μετατροπές έχουν πραγματοποιηθεί στις Αγίες Σοφίες της Νίκαιας και της Τραπεζούντας.

Δεν πρόκειται απλώς για αλλαγές διοικητικής χρήσης. Πρόκειται για προσβολή θρησκευτικών συμβόλων ανυπολόγιστης πνευματικής, ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας. Η κάλυψη χριστιανικών παραστάσεων κατά την ώρα της μουσουλμανικής προσευχής, η μεταβολή της λειτουργίας των κτιρίων και η ένταξή τους σε μια θριαμβευτική αφήγηση της Άλωσης αλλοιώνουν τον χαρακτήρα τους και υποβαθμίζουν την οικουμενική τους ταυτότητα.

Η UNESCO είχε εκφράσει ήδη από το 2020 τη βαθιά λύπη και τη σοβαρή ανησυχία της για τη μονομερή αλλαγή του καθεστώτος της Αγίας Σοφίας. Στην τελευταία απόφασή της ζητεί από την Τουρκία αναθεωρημένο σχέδιο διαχείρισης, πρόσθετα στοιχεία για τις επεμβάσεις στην Αγία Σοφία και στη Χώρα και την πραγματοποίηση κοινής αποστολής UNESCO–ICOMOS μέσα στο 2026. Επισημαίνει, μάλιστα, ότι οι τουρκικές αρχές εξακολουθούν να μην υποβάλλουν εγκαίρως πλήρη στοιχεία και μελέτες επιπτώσεων πριν από αποφάσεις και επεμβάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την εξαιρετική οικουμενική αξία των μνημείων.

Αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με χλιαρές δηλώσεις ανησυχίας. Η Ελλάδα οφείλει να ζητήσει από την UNESCO και την Ευρωπαϊκή Ένωση πλήρη έλεγχο των επεμβάσεων, των διεθνών χρηματοδοτήσεων που έχουν κατά καιρούς διατεθεί για τη συντήρηση και προστασία των συγκεκριμένων μνημείων και της τήρησης των όρων που τις συνόδευαν. Κάθε μελλοντική ευρωπαϊκή ή διεθνής χρηματοδότηση πολιτιστικών έργων στην Τουρκία πρέπει να εξαρτάται από τον σεβασμό της ιστορικής και θρησκευτικής ταυτότητας των μνημείων, την προστασία των χριστιανικών συμβόλων και την εφαρμογή των υποδείξεων της UNESCO.

Δεν μπορεί η διεθνής κοινότητα να χρηματοδοτεί τη συντήρηση μνημείων ως κτήμα της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς και στη συνέχεια να ανέχεται τη μετατροπή τους σε εργαλεία εθνικού και θρησκευτικού συμβολισμού.

Η «ανατολιοποίηση» της ελληνικής αρχαιότητας

Η ίδια πολιτική της μνήμης εκτείνεται βαθιά στην αρχαιότητα. Μετά τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, τις σφαγές, τους διωγμούς και τη Μικρασιατική Καταστροφή, η Μικρά Ασία έχασε μεγάλο μέρος της ζωντανής ελληνικής παρουσίας της. Παρέμειναν, όμως, τα ίχνη μιας ιστορίας χιλιάδων ετών: η Έφεσος, η Μίλητος, η Πριήνη, η Αλικαρνασσός, η Πέργαμος, η Τροία, τα θέατρα, οι ναοί, οι ελληνικές επιγραφές και τα έργα τέχνης. Παρέμειναν ο Όμηρος, ο Θαλής, ο Ηράκλειτος και τόσες ακόμη μορφές του ελληνικού πολιτισμού.

Η Τουρκική Δημοκρατία αντιλήφθηκε νωρίς τη δύναμη αυτής της κληρονομιάς. Ο λεγόμενος Τουρκικός Ανθρωπισμός και αργότερα το ρεύμα της «Γαλάζιας Ανατολίας» καλλιέργησαν μια νέα ανάγνωση: η Ιωνία έπρεπε να πάψει να γίνεται αντιληπτή πρωτίστως ως κοιτίδα του ελληνικού πολιτισμού και να μετατραπεί σε ένα κεφάλαιο μιας ευρύτερης και αδιάσπαστης «ανατολιακής» κληρονομιάς, η οποία θα κατέληγε στους σημερινούς κατοίκους της Τουρκίας.

Η Azra Erhat ζητούσε οι αρχαιότητες της Μικράς Ασίας να εκτίθενται στα μουσεία ολόκληρης της Τουρκίας, να προβάλλονται από την τηλεόραση, το ραδιόφωνο και τον Τύπο, να οργανώνονται επισκέψεις στους αρχαιολογικούς χώρους και τα παιδιά να μεγαλώνουν ακούγοντας τους αρχαίους μύθους. Η επιδίωξη συμπυκνωνόταν στη φράση: «Ό,τι βγαίνει από αυτή τη γη είναι δικό μας».

Τα περίφημα Blue Voyages μετέτρεψαν αυτή την ιδέα σε προσωπικό βίωμα. Τούρκοι διανοούμενοι ταξίδευαν στις μικρασιατικές ακτές, διάβαζαν συλλογικά την Ιλιάδα, συζητούσαν τον Τρωικό Πόλεμο και απήγγελλαν τις Βάκχες του Ευριπίδη στα αρχαία θέατρα της Πριήνης και της Μιλήτου. Ο στόχος ήταν να αισθανθούν τις φωνές των Ιώνων όχι ως φωνές ενός άλλου πολιτισμού, αλλά ως φωνές δικών τους προγόνων.

Σήμερα αυτή η ιδεολογία διαθέτει ασύγκριτα ισχυρότερα μέσα: κρατικά μουσεία, αρχαιολογικές ανασκαφές, τουριστικές εκστρατείες, ψηφιακές εφαρμογές, φεστιβάλ, πανεπιστήμια και οργανωμένη πολιτιστική διπλωματία. Η Τουρκία δεν αρκείται πλέον στη διαχείριση των μνημείων. Επιδιώκει να διαχειριστεί και το νόημά τους.

Στα μουσεία, στις πινακίδες και στην τουριστική παρουσίαση των αρχαιολογικών χώρων, η ελληνική ταυτότητα της Ιωνίας και των μικρασιατικών πόλεων συχνά υποβαθμίζεται, αποσυνδέεται από την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού ή χάνεται μέσα σε γενικούς όρους όπως «Ανατολία», «ρωμαϊκή περίοδος» και «βυζαντινή περίοδος». Ακόμη και όταν χρησιμοποιείται ο όρος «ελληνιστική», πολλές φορές παρουσιάζεται απλώς ως μία αρχαιολογική χρονολόγηση, χωρίς καθαρή αναφορά στους Έλληνες που ίδρυσαν, κατοίκησαν και ανέπτυξαν αυτές τις πόλεις.

Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: αναγνωρίζονται τα ελληνικά θέατρα, οι ελληνικές επιγραφές, η ελληνική μυθολογία και η ελληνική φιλοσοφία, αλλά ο ίδιος ο Ελληνισμός απομακρύνεται από την αφήγηση. Τα μνημεία παραμένουν, αλλά οι δημιουργοί τους γίνονται αόρατοι.

Αυτό δεν είναι ουδέτερη μουσειολογική επιλογή. Είναι επιλεκτική διαχείριση της ιστορίας και σταδιακή παραχάραξη της πολιτιστικής ταυτότητας της περιοχής.

Η Ελλάδα παρακολουθεί, η Τουρκία οικοδομεί αφήγημα

Εκείνος που διαχειρίζεται έναν αρχαιολογικό χώρο γράφει τις πινακίδες, οργανώνει το μουσείο, επιλέγει τα εκθέματα, παράγει το τουριστικό υλικό και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τι θα μάθουν εκατομμύρια επισκέπτες. Στην Έφεσο οργανώνονται νυχτερινές επισκέψεις και εκδηλώσεις, ενώ ακόμη και η Πέργαμος εντάσσεται στην τουριστική προβολή του «TurkAegean». Η οριστική ακύρωση του συγκεκριμένου ευρωπαϊκού εμπορικού σήματος τον Μάιο του 2026, έπειτα από την ελληνική προσφυγή, απέδειξε ότι η συστηματική και νομικά τεκμηριωμένη αντίδραση μπορεί να φέρει αποτελέσματα.

Και η Ελλάδα; Ποια στρατηγική αντιπαραθέτει σε αυτή την πολυετή οικοδόμηση πολιτιστικής ισχύος;

Το Υπουργείο Πολιτισμού γνωρίζει το πρόβλημα. Η υπουργός έχει αναφερθεί στους κινδύνους για την Αγία Σοφία και τη Χώρα και έχει δηλώσει ότι το ζήτημα τίθεται διμερώς και ενώπιον διεθνών οργανισμών. Τον Ιούνιο του 2026, ωστόσο, στο πρώτο Πολιτιστικό Φόρουμ Ελλάδας – Τουρκίας, το κεντρικό μήνυμα ήταν ότι «ο Πολιτισμός αποτελεί το βαθύτερο και πιο ανθεκτικό πεδίο επικοινωνίας» μεταξύ των δύο κοινωνιών.

Ο διάλογος δεν είναι από μόνος του επιλήψιμος. Γίνεται, όμως, άλλοθι αδράνειας όταν η μία πλευρά συζητά για «επικοινωνία» και η άλλη επενδύει, ονομάζει, μετατρέπει, οικειοποιείται και ξαναγράφει. Η Τουρκία χρησιμοποιεί την ιστορία ως εργαλείο εθνικής στρατηγικής, ενώ η ελληνική πολιτεία περιορίζεται σε αποσπασματικές δηλώσεις και εκδηλώσεις χαμηλών απαιτήσεων.

Η Ελλάδα οφείλει να περάσει στην αντεπίθεση

Για τη ΝΙΚΗ, ο πολιτισμός δεν αποτελεί διακοσμητικό στοιχείο της εξωτερικής πολιτικής. Είναι η ζωντανή συνέχεια του Ελληνισμού και δύναμη εθνικής παρουσίας. Απαιτείται ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική για τα ελληνικά και χριστιανικά μνημεία της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Κωνσταντινούπολης.

Η Ελλάδα οφείλει:

  • να καταγγέλλει συστηματικά σε UNESCO, Ευρωπαϊκή Ένωση και Συμβούλιο της Ευρώπης κάθε επέμβαση που αλλοιώνει τον ιστορικό ή θρησκευτικό χαρακτήρα των μνημείων,
  • να απαιτήσει πλήρη διεθνή έλεγχο των μετατροπών χριστιανικών μνημείων σε τεμένη και της συμβατότητάς τους με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το καθεστώς της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς,
  • να ζητήσει να εξεταστεί αν τηρήθηκαν οι όροι προηγούμενων διεθνών και ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων και να επιβληθεί αυστηρή αιρεσιμότητα σε κάθε μελλοντική χρηματοδότηση,
  • να δημιουργήσει μόνιμο επιστημονικό παρατηρητήριο για τα ελληνικά και χριστιανικά μνημεία στην Τουρκία,
  • να καταγράφει και να δημοσιοποιεί διεθνώς τις παραλείψεις, τις μετονομασίες και τις διατυπώσεις που υποβαθμίζουν ή αποκρύπτουν την ελληνική προέλευση των μνημείων,
  • να προχωρήσει σε πολύγλωσση ψηφιακή χαρτογράφηση των ελληνικών μνημείων της Μικράς Ασίας και του Πόντου,
  • να ενισχύσει την παρουσία της ελληνικής ιστορικής έρευνας στα διεθνή πανεπιστήμια, στα μουσεία και στους διεθνείς πολιτιστικούς οργανισμούς,
  • να συνδέσει, σε μία ενιαία αφήγηση, τον αρχαίο, τον βυζαντινό και τον νεότερο Ελληνισμό.

Η Ελλάδα πρέπει να καταγγείλει καθαρά ότι η σημερινή τουρκική πολιτική δεν περιορίζεται στην προστασία και τουριστική αξιοποίηση μνημείων που βρίσκονται στην επικράτειά της. Επιχειρεί να αλλοιώσει την ταυτότητά τους, να αποσιωπήσει τους Έλληνες δημιουργούς τους και να τα παρουσιάσει ως οργανικό μέρος μιας αποκλειστικά τουρκικής ιστορικής συνέχειας. Πρόκειται για παραχάραξη της ιστορίας της Μικράς Ασίας και για ιδεολογική οικειοποίηση μιας κληρονομιάς που ανήκει πρωτίστως στους πολιτισμούς που τη δημιούργησαν και, ως προς την αξία της, σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Ιδιαίτερα η μετατροπή της Αγίας Σοφίας και άλλων κορυφαίων χριστιανικών μνημείων σε τεμένη δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή ως ένα απλό «κυριαρχικό δικαίωμα». Τα μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς δεν αποτελούν σκηνικό επίδειξης ισχύος ούτε λάφυρα μιας κατάκτησης που συνέβη πριν από αιώνες. Η Αγία Σοφία δεν είναι σύμβολο τουρκικού θριάμβου. Είναι κορυφαίο δημιούργημα της Ορθοδοξίας, του Βυζαντίου και της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η σιωπή μπροστά στην αλλοίωση της μνήμης μετατρέπεται σταδιακά σε αποδοχή της παραχάραξης. Και ένας λαός που επιτρέπει σε άλλους να αφηγούνται αυθαίρετα την ιστορία του κινδυνεύει κάποτε να τη βρει γραμμένη εναντίον του.

Η Ελλάδα οφείλει να μιλήσει καθαρά, τεκμηριωμένα και επίμονα. Να υπερασπιστεί την αλήθεια των μνημείων, να απαιτήσει τον σεβασμό των χριστιανικών συμβόλων και να καταγγείλει διεθνώς κάθε απόπειρα τουρκοποίησης της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Όχι με περιστασιακές αντιδράσεις, αλλά με μόνιμη εθνική στρατηγική, θεσμική συνέχεια και επιθετική πολιτιστική διπλωματία.

Διότι τα μνημεία δεν είναι απλώς πέτρες του παρελθόντος. Είναι φορείς ιστορικής αλήθειας. Και την αλήθεια αυτή δεν έχουμε δικαίωμα να την παραδώσουμε ούτε στη λήθη ούτε στην παραχάραξη.