Η περίπτωση της Μαρίας Μπράνιας Μορέρα έχει προκαλέσει παγκόσμιο ενδιαφέρον στην επιστημονική κοινότητα, καθώς η γυναίκα που έζησε μέχρι την ηλικία των 117 ετών φαίνεται πως κατάφερε να διατηρήσει αξιοσημείωτα καλή υγεία και πνευματική διαύγεια μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της, αψηφώντας όσα θεωρούνταν μέχρι σήμερα δεδομένα για τη γήρανση.
Οι επιστήμονες που μελέτησαν την περίπτωσή της προχώρησαν σε εκτεταμένες αναλύσεις αίματος, σάλιου, ούρων, εντερικού μικροβιώματος αλλά και του γενετικού της υλικού, προκειμένου να κατανοήσουν τι ήταν αυτό που συνέβαλε στη μακροζωία της. Τα αποτελέσματα των ερευνών ήταν εντυπωσιακά, καθώς διαπιστώθηκε ότι ο οργανισμός της λειτουργούσε σαν να ανήκε σε έναν πολύ νεότερο άνθρωπο.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, το βιολογικό προφίλ της εμφάνιζε ηλικία κατά 10 έως και 30 χρόνια νεότερη από τη χρονολογική της ηλικία, ενώ τα κύτταρά της υπολογίστηκε πως ήταν περίπου 23 χρόνια «νεότερα». Παράλληλα, η καρδιαγγειακή της λειτουργία και οι γνωστικές της ικανότητες παρέμεναν σε εξαιρετικά επίπεδα, κάτι ιδιαίτερα σπάνιο για έναν άνθρωπο αυτής της ηλικίας.
Καθοριστικό ρόλο στη μακροζωία της φαίνεται πως έπαιξε ο τρόπος ζωής που ακολουθούσε επί δεκαετίες. Η Μαρία Μπράνιας Μορέρα ακολουθούσε πιστά τη μεσογειακή διατροφή, καταναλώνοντας καθημερινά λαχανικά, όσπρια, ψάρια, ελαιόλαδο και γιαούρτι, αποφεύγοντας παράλληλα το κάπνισμα και την κατανάλωση αλκοόλ.
Όπως εξήγησε η Δρ. Minnell Estier, η διατροφή της συνέβαλε σημαντικά στη μείωση της χρόνιας φλεγμονής στον οργανισμό — ενός από τους βασικότερους παράγοντες που σχετίζονται με τη γήρανση και πολλές ασθένειες.
Εκτός από τη σωστή διατροφή, σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι καθημερινές της συνήθειες. Περπατούσε συστηματικά, διατηρούσε στενή επαφή με τη φύση και τα κατοικίδιά της, ενώ παρέμενε κοινωνικά δραστήρια, διατηρώντας ισχυρούς δεσμούς με ανθρώπους γύρω της.
Η αιωνόβια γυναίκα, με καταγωγή από την Καταλονία, κατάφερε να ξεπεράσει κατά περισσότερα από 30 χρόνια το μέσο προσδόκιμο ζωής των γυναικών στην περιοχή της, που φτάνει περίπου τα 86 έτη, αφήνοντας πίσω της ένα μοναδικό επιστημονικό παράδειγμα για το πώς ο τρόπος ζωής μπορεί να επηρεάσει τη γήρανση και την ποιότητα ζωής.
