Την παραπομπή σε δίκη των τεσσάρων αστυνομικών που φέρονται να εμπλέκονται στην υπόθεση της δολοφονίας της Κυριακής Γρίβα ζητά η αρμόδια εισαγγελική λειτουργός, καταθέτοντας σχετική πρόταση προς το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο. Η υπόθεση αφορά τις ενέργειες και παραλείψεις των αστυνομικών λίγο πριν από τη γυναικοκτονία που συγκλόνισε το πανελλήνιο έξω από το Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων.
Η εισαγγελική πρόταση εισηγείται την παραπομπή των κατηγορουμένων για το κακούργημα της θανατηφόρου έκθεσης διά παραλείψεως από υπόχρεο πρόσωπο, αδίκημα που αποδίδεται σε πρόσωπα τα οποία, ενώ είχαν νομική υποχρέωση προστασίας και παρέμβασης, φέρονται να μην ενήργησαν ώστε να αποτραπεί το μοιραίο αποτέλεσμα. Πλέον, τον τελικό λόγο έχει το δικαστικό συμβούλιο, το οποίο αναμένεται να αποφασίσει με την έκδοση σχετικού βουλεύματος εάν οι τέσσερις αστυνομικοί θα καθίσουν στο εδώλιο.
Οι κατηγορούμενοι είναι η επόπτρια του τμήματος, η αξιωματικός υπηρεσίας, ο τηλεφωνητής της Άμεσης Δράσης και ο φρουρός του Αστυνομικού Τμήματος. Μετά τις απολογίες τους τον περασμένο Νοέμβριο, είχαν αφεθεί ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους, οι οποίοι προέβλεπαν υποχρεωτική εμφάνιση δύο φορές κάθε μήνα σε αστυνομικό τμήμα.
Στο σκεπτικό της εισαγγελικής πρότασης επισημαίνεται ότι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας διά παραλείψεως, φέρονται να άφησαν αβοήθητο πρόσωπο που τελούσε υπό την προστασία τους, παρά τη νομική υποχρέωση που είχαν να παρέμβουν για την αποτροπή του κινδύνου. Κατά την πρόταση, η παράλειψη αυτή συνέβαλε καθοριστικά στην επέλευση του θανάτου της Κυριακής Γρίβα την 1η Απριλίου 2024 στους Αγίους Αναργύρους.
Παράλληλα, η εισαγγελέας ζητά να παραμείνουν σε ισχύ οι περιοριστικοί όροι που έχουν ήδη επιβληθεί στους τέσσερις αστυνομικούς έως την οριστική δικαστική κρίση της υπόθεσης.
Υπενθυμίζεται ότι για τη δολοφονία της Κυριακής Γρίβα είχε ήδη καταδικαστεί ομόφωνα από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο ο 40χρονος πρώην σύντροφός της. Το δικαστήριο του επέβαλε την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, καθώς και επιπλέον ποινή φυλάκισης πέντε ετών και ενός μήνα. Οι δικαστές έκριναν ότι ο δράστης ενήργησε με πλήρη συνείδηση των πράξεών του, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό περί μειωμένου καταλογισμού.
