Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει την τροπολογία για την εφαρμογή της απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ως μια μεγάλη επιτυχία. Ισχυρίζεται ότι έλυσε ένα πρόβλημα που ταλαιπωρούσε χιλιάδες δανειολήπτες και ότι αποκατέστησε τη νομιμότητα στον τρόπο υπολογισμού των τόκων των ρυθμίσεων του νόμου Κατσέλη.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ λιγότερο θριαμβευτική. Το ερώτημα δεν είναι γιατί ψηφίστηκε σήμερα η τροπολογία. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί χρειάστηκε να περάσουν τόσα χρόνια μέχρι να φτάσουμε σε αυτήν, με αποτέλεσμα αρκετές χιλιάδες δανειολήπτες να ζούνε με τον εφιάλτη αν θα σώσουν της κατοικία τους. Δυστυχώς πολλοί δανειολήπτες, τα τελευταία 7 χρόνια που καθυστέρησε η κυβέρνηση να επιλύσει το ζήτημα, έχασαν τις περιουσίες τους λόγω των πλειστηριασμών.
Επί σειρά ετών, χιλιάδες οικογένειες ζούσαν υπό ένα καθεστώς αβεβαιότητας σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των υποχρεώσεών τους. Η τελική κρίση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ήρθε να δώσει την αναγκαία ερμηνευτική απάντηση. Όμως, μέχρι να συμβεί αυτό, ο χρόνος είχε ήδη λειτουργήσει εις βάρος των πολιτών.
Και ο χρόνος, σε τέτοιες υποθέσεις, δεν είναι ουδέτερος. Κάθε μήνας καθυστέρησης σημαίνει μεγαλύτερες οικονομικές επιβαρύνσεις, μεγαλύτερη αβεβαιότητα και μεγαλύτερη πίεση σε οικογένειες που ήδη βρίσκονταν σε εξαιρετικά δύσκολη οικονομική κατάσταση, ενώ αρκετοί έχασαν τις κατοικίες τους σε πλειστηριασμούς.
Η κυβέρνηση επιχειρεί σήμερα να εμφανιστεί ως εκείνη που λύνει το πρόβλημα. Παραλείπει όμως να εξηγήσει γιατί δεν μερίμνησε ώστε η αναγκαία νομοθετική προσαρμογή να γίνει αμέσως μετά τη διαμόρφωση του σχετικού νομολογιακού ζητήματος. Δεν απαντά γιατί οι δανειολήπτες έπρεπε να περιμένουν τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα για να εφαρμοστεί ένας τρόπος υπολογισμού που σήμερα η ίδια η Πολιτεία αποδέχεται ως ορθό.
Το ζήτημα, όμως, δεν αφορά μόνο την εκτελεστική εξουσία. Αφορά συνολικά τη λειτουργία του κράτους δικαίου. Η απονομή της δικαιοσύνης σε υποθέσεις που επηρεάζουν δεκάδες χιλιάδες πολίτες δεν μπορεί να εξελίσσεται με ρυθμούς που αφήνουν την κοινωνία επί χρόνια σε καθεστώς αβεβαιότητας. Όταν απαιτούνται πολυετείς δικαστικές διαδρομές μέχρι να αποσαφηνιστεί ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα, οι οικονομικές συνέπειες για τους πολίτες συσσωρεύονται καθημερινά.
Η Δικαιοσύνη οφείλει να απονέμεται με πληρότητα, αλλά και μέσα σε εύλογο χρόνο. Διαφορετικά, ακόμη και η ορθή δικαστική κρίση χάνει σημαντικό μέρος της πρακτικής της αξίας για όσους περιμένουν επί χρόνια την τελική απάντηση.
Βεβαίως, η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την αναδρομική ανατροπή χιλιάδων υποθέσεων που έχουν πλέον ήδη ολοκληρωθεί. Υποθέσεις που έκλεισαν με εξόφληση, πλειστηριασμούς ή μεταβιβάσεις ακινήτων αποτελούν πλέον τμήμα σταθερών έννομων σχέσεων. Η ανατροπή τους θα προκαλούσε τεράστια ανασφάλεια δικαίου, θα αμφισβητούσε τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις και θα δημιουργούσε σοβαρό πρόβλημα στη λειτουργία των συναλλαγών και της οικονομίας.
Αυτό, όμως, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για τη διαχρονική αδράνεια της Πολιτείας. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να πανηγυρίζει επειδή διορθώνει, έστω και καθυστερημένα, ένα πρόβλημα που για χρόνια παρέμενε άλυτο. Η καθυστέρηση είχε πραγματικό κόστος και το κόστος αυτό δεν καταβλήθηκε από το Δημόσιο ούτε από το τραπεζικό σύστημα. Το κατέβαλαν οι ίδιοι οι δανειολήπτες, οι οποίοι επί χρόνια ζούσαν με αβεβαιότητα για το πραγματικό ύψος των υποχρεώσεών τους.
Η υπόθεση αυτή αποκαλύπτει μια βαθύτερη παθογένεια του ελληνικού κράτους. Η Δικαιοσύνη χρειάστηκε πολλά χρόνια για να δώσει την οριστική ερμηνεία ενός ζητήματος που αφορούσε δεκάδες χιλιάδες οικογένειες. Η κυβέρνηση χρειάστηκε επιπλέον χρόνο για να μετατρέψει αυτή την ερμηνεία σε νομοθετική πράξη. Αντί η Δικαιοσύνη και η Πολιτεία να λειτουργούν ως μηχανισμοί ταχείας αποκατάστασης της ασφάλειας δικαίου, λειτούργησαν με τέτοια βραδύτητα ώστε η ίδια η καθυστέρηση να μετατραπεί σε πρόσθετη επιβάρυνση για τους πολίτες.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, επομένως, δεν είναι η τροπολογία. Είναι ότι η τροπολογία ήρθε όταν θα έπρεπε να έχει ήδη ψηφιστεί εδώ και πολύ καιρό.
Ένα κράτος δικαίου δεν κρίνεται μόνο από το αν διορθώνει τα λάθη του. Κρίνεται κυρίως από το πόσο γρήγορα τα διορθώνει. Όταν η διόρθωση έρχεται μετά από πολυετή αναμονή, η αδικία έχει ήδη παραγάγει τις συνέπειές της.
Η κυβέρνηση δικαιούται να υποστηρίζει ότι συμμορφώθηκε με τη νομολογία. Δεν δικαιούται όμως να παρουσιάζει ως επιτυχία μια παρέμβαση που ήρθε ύστερα από χρόνια αβεβαιότητας για χιλιάδες πολίτες.
Το πραγματικό πολιτικό συμπέρασμα δεν είναι ότι ψηφίστηκε μια τροπολογία. Είναι ότι το ελληνικό κράτος, τόσο σε επίπεδο απονομής της δικαιοσύνης όσο και σε επίπεδο νομοθετικής ανταπόκρισης, άφησε μια κρίσιμη εκκρεμότητα να χρονίζει, μεταφέροντας το κόστος της καθυστέρησης στους ίδιους τους δανειολήπτες.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό μήνυμα της υπόθεσης: ότι στην Ελλάδα η δικαίωση μπορεί τελικά να έρθει, αλλά πολλές φορές έρχεται τόσο αργά ώστε, για χιλιάδες πολίτες, η καθυστέρηση να μετατρέπεται η ίδια σε μορφή αδικίας.
