gfntrj

Για τη Gen Ζ της Αλβανίας, το θέρετρο του Κούσνερ ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι

Του Agon Maliqi

Ο πρωθυπουργός της ΑλβανίαςΈντι Ράμα, η κυβέρνηση του οποίου βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα κύμα διαδηλώσεων για τη διακυβέρνησή του - οι οποίες τράβηξαν τη διεθνή προσοχή κυρίως λόγω της εμπλοκής με επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας Τραμπ - θεωρείται, κατά μια άποψη, ο πιο έντονα προσανατολισμένος στην εικόνα ηγέτης στον κόσμο.

Είτε εμφανιζόμενος με αθλητικά παπούτσια σε συνόδους του ΝΑΤΟ είτε μετατρέποντας συζητήσεις και πάνελ σε στιγμές που θυμίζουν stand-up και γίνονται viral, ο 61χρονος Ράμα είχε καταφέρει να τραβά την προσοχή των ΜΜΕ πολύ πριν εμφανιστούν οι influencers. Παράλληλα, αξιοποιεί την επικοινωνιακή του δεινότητα - συχνά έντονη και πιεστική - ως εργαλείο πολιτικής επιρροής.

Δεν πρόκειται για απλή πολιτική πρόκληση, αλλά για σύγκρουση γενεών, αυτό που συμβαίνει τώρα στην Αλβανία. Μετά από 13 χρόνια στην εξουσία, ο Ράμα φαίνεται να βρίσκει απέναντί του μια Gen Z που δεν παίζει με τους παραδοσιακούς κανόνες: χρησιμοποιεί AI memes ως εργαλείο επικοινωνίας και, με αυτό τον τρόπο, γυρίζει το παιχνίδι εις βάρος του. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο κάποτε επικοινωνιακά κυρίαρχος πρωθυπουργός καταλήγει να αντιμετωπίζεται από τους νεότερους σαν μια πιο «ξεπερασμένη» φιγούρα, σε ύφος τύπου “OK boomer”.

Καλλιτέχνης και ζωγράφος, ο Ράμα ανέβηκε στην εξουσία στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ως δήμαρχος των Τιράνων, καλλιεργώντας την εικόνα ενός εκκεντρικού «αντι-πολιτικού» προσώπου. Εμφανιζόταν συχνά να επιπλήττει δημοσίως τεμπέληδες γραφειοκράτες μπροστά στις κάμερες, ενώ παράλληλα μετέτρεπε τις παραμελημένες, μετακομμουνιστικές όψεις της πόλης σε πολύχρωμα έργα τέχνης. Προωθούσε μια φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία η τέχνη στους δημόσιους χώρους μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την κοινωνική και αστική ανανέωση.

Ως πρωθυπουργός, ο Ράμα έστρεψε μεγάλο μέρος της προσοχής του στη μεταμόρφωση όχι μόνο των άλλοτε μουντών και άχρωμων Τιράνων, αλλά και ολόκληρης της αλβανικής Ριβιέρας. Σύγχρονοι ουρανοξύστες, πολυτελή τουριστικά συγκροτήματα και αναβαθμισμένοι δημόσιοι χώροι άλλαξαν την εικόνα μιας από τις φτωχότερες χώρες της Ευρώπης, μετατρέποντάς την σε ανερχόμενο τουριστικό προορισμό. Παράλληλα, η νέα αυτή εικόνα της Αλβανίας προσέλκυσε το ενδιαφέρον κορυφαίων αρχιτεκτόνων και καλλιτεχνών από όλο τον κόσμο.

Οι νέοι της Αλβανίας, ωστόσο, δεν φαίνεται να συμμερίζονται τον ίδιο ενθουσιασμό για τον ζωγράφο που έγινε πολιτικός. Για χρόνια, η απογοήτευσή τους εκφραζόταν περισσότερο μέσα από τα κύματα μετανάστευσης παρά με διαδηλώσεις στους δρόμους. Αυτό όμως πλέον άλλαξε.

Όπως η Αραβική Άνοιξη πυροδοτήθηκε από το βίντεο ενός Τυνήσιου μικροπωλητή που αυτοπυρπολήθηκε, έτσι και στην Αλβανία ένα και μόνο περιστατικό ήταν αρκετό για να φέρει στην επιφάνεια τη συσσωρευμένη οργή και αγανάκτηση της νεότερης γενιάς.

Όταν κάτοικοι και περιβαλλοντικές οργανώσεις στο παραθαλάσσιο χωριό Σβέρνιτσα διαμαρτυρήθηκαν για την περίφραξη μιας δημόσιας παραλίας δίπλα σε προστατευόμενη περιοχή - όπου σχεδιάζεται η ανάπτυξη ενός νέου τουριστικού θερέτρου που συνδέεται με τον Τζάρεντ Κούσνερ, επενδυτικό ταμείο με έδρα το Κατάρ και τοπικούς επιχειρηματικούς κύκλους - σημειώθηκε ένα περιστατικό που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Δύο άνδρες ιδιωτικής ασφάλειας έσυραν έναν από τους διαμαρτυρόμενους κατοίκους στην άμμο, την ώρα που αστυνομικοί παρακολουθούσαν χωρίς να παρέμβουν. Η εικόνα προκάλεσε άμεσο κύμα οργής στην κοινή γνώμη.

Αυτό που ξεκίνησε ως μια τοπική διαμαρτυρία σε ένα απομακρυσμένο χωριό, σύντομα μεταφέρθηκε στα Τίρανα και πήρε διαστάσεις πολύ μεγαλύτερες από τις αρχικές. Η κινητοποίηση εξαπλώθηκε με τέτοια ταχύτητα που ακόμη και τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, τα οποία συχνά αποφεύγουν τη σύγκρουση με την εξουσία, δεν μπορούσαν πλέον να αγνοήσουν το θέμα.

Σχεδόν τέσσερις εβδομάδες μετά, οι διαδηλώσεις συνεχίζονται σε καθημερινή βάση, με το φλαμίνγκο - ένα είδος που ζει στην περιοχή και απειλείται από τα σχέδια τουριστικής ανάπτυξης - να έχει εξελιχθεί σε σύμβολο του κινήματος.

Οι κινητοποιήσεις συνδυάζουν οργή και γιορτινή διάθεση. Από τη μία, οι διαδηλωτές στρέφονται συνολικά κατά του πολιτικού και μιντιακού κατεστημένου, ζητώντας ριζικές αλλαγές. Από την άλλη, όπως συμβαίνει σε πολλά κινήματα της Gen Z διεθνώς, η αλληλεγγύη και η συμμετοχή εκφράζονται μέσα από το χιούμορ, τη σάτιρα και τα memes. Μια γενιά Αλβανών που μέχρι πρόσφατα παρέμενε πολιτικά σιωπηλή φαίνεται να ανακαλύπτει τη φωνή της, διεκδικώντας με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τον ρόλο της στη δημόσια ζωή.

Η κάλυψη των κινητοποιήσεων από πολλά δυτικά μέσα ενημέρωσης επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στο επενδυτικό σχέδιο του Κούσνερ, καθώς πρόκειται για μια πτυχή της υπόθεσης που είναι πιο εύκολα αναγνωρίσιμη και ελκυστική για το διεθνές κοινό. Την ίδια στιγμή, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιστρατεύθηκαν οργανωμένα δίκτυα λογαριασμών και μηχανισμοί προπαγάνδας, τα οποία επιχείρησαν να παρουσιάσουν τις διαδηλώσεις ως ένα κίνημα που στρέφεται εναντίον της αμερικανικής και ισραηλινής επιρροής ή «αποικιοκρατίας».

Στην ουσία, τα παράπονα δεν αφορούν ένα μεμονωμένο project, αλλά τη συνολική εικόνα της διακυβέρνησης στη χώρα. Χιλιάδες Αλβανοί, από εντελώς διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες - από φιλελεύθερους και εθνικιστές μέχρι περιβαλλοντιστές, μαρξιστές, influencers της μόδας αλλά και πιο περιθωριακές συνωμοσιολογικές ομάδες - βγαίνουν κάθε βράδυ στους δρόμους με την αίσθηση ότι ένα κλειστό πολιτικό σύστημα τους έχει αφήσει στο περιθώριο. Στο στόχαστρο βρίσκεται μια ελίτ που θεωρείται ιδιοτελής, μαζί και η επίσημη αντιπολίτευση, το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο κατηγορείται ότι επί χρόνια ξεπουλά δημόσια περιουσία μέσω αδιαφανών συμφωνιών με ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το «πράσινο φως» στο έργο του Κούσνερ δεν είναι η αιτία, αλλά απλώς η πιο πρόσφατη και πιο ορατή αφορμή που έβγαλε στην επιφάνεια μια πολύ βαθύτερη δυσαρέσκεια.

Ο Ράμα επιχειρεί να υποστηρίξει ότι επενδυτικά projects πολυτελούς τουρισμού, όπως αυτό που συνδέεται με τον Κούσνερ, αποτελούν το μέλλον της αλβανικής οικονομίας. Οι διαδηλωτές, ωστόσο, απορρίπτουν πλήρως αυτό το αφήγημα.

Η Αλβανία παραμένει μια φτωχή χώρα και το αναπτυξιακό μοντέλο που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην οικοδομή και τον τουρισμό, σύμφωνα με τους επικριτές, έχει ευνοήσει κυρίως τους ήδη ισχυρά διασυνδεδεμένους, αποκλείοντας τους απλούς πολίτες ακόμη και από βασικές δυνατότητες, όπως μια οικονομικά προσιτή καλοκαιρινή απόδραση στις ακτές. 

Παράλληλα, ο τομέας του τουρισμού στηρίζεται σε χαμηλόμισθους μετανάστες εργαζόμενους για τη μείωση του κόστους, την ώρα που πολλοί Αλβανοί συνεχίζουν να μεταναστεύουν προς τη Δύση αναζητώντας εργασία και καλύτερες προοπτικές.

Η εκτεταμένη διαφθορά στην κυβέρνηση του Ράμα έχει φτάσει, σύμφωνα με τους πολίτες, σε σημείο που δεν μπορεί πλέον να γίνει ανεκτή. Η πρόσφατη άρνησή του να άρει την κοινοβουλευτική ασυλία του πρώην αναπληρωτή πρωθυπουργού του, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με ποινική δίωξη, έχει δημιουργήσει σοβαρό εμπόδιο στις διαπραγματεύσεις ένταξης της Αλβανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παράλληλα, η εξέλιξη αυτή θεωρείται ότι υπονομεύει ευρύτερα τις μεταρρυθμίσεις για το κράτος δικαίου, τις οποίες ζητούν η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες και τις οποίες ο ίδιος ο Ράμα μέχρι πρόσφατα εμφανιζόταν να στηρίζει ως κεντρικό πυλώνα της πολιτικής του.

Το παγκόσμιο αποτύπωμα των κινητοποιήσεων της Gen Z είναι μικτό, και στην Αλβανία ο εκλογικός ορίζοντας δεν ανοίγει πριν το 2029. Παρ’ όλα αυτά, οι συγκεκριμένες διαδηλώσεις φαίνεται να έχουν ήδη πετύχει κάτι πολιτικά ουσιαστικό: έχουν «ραγίσει» την εικόνα του χαρισματικού πρωθυπουργού ως ανθρώπου που πάντα βρίσκει τρόπο να ξεγλιστρά επικοινωνιακά από τις κρίσεις.

Οι προσπάθειές του να υποβαθμίσει τους διαδηλωτές ως αποκομμένους influencers, αλλά και η απόπειρα να αγκαλιάσει ειρωνικά το ίδιο τους το σύμβολο φορώντας ένα μπλουζάκι με φλαμίνγκο, δεν λειτούργησαν όπως πιθανότατα θα περίμενε - έμειναν περισσότερο ως αμήχανες κινήσεις παρά ως επικοινωνιακή αντεπίθεση.

Μια ανερχόμενη γενιά αρχίζει να βρίσκει τρόπους να μετατρέπει τη δημόσια δυσαρέσκεια σε πολιτική κινητοποίηση και, για πρώτη φορά στη μακρά του πορεία, ο Ράμα δείχνει να μην έχει πάντα τον τελευταίο λόγο. Κάτι που ενδέχεται τελικά να του κοστίσει.

*Ο Agon Maliqi είναι πολιτικός επιστήμονας από το Κόσοβο και ανώτερος συνεργάτης (senior fellow) στο Atlantic Council. Ζει στα Τίρανα της Αλβανίας.

 

The Washington Post