Έντονο προβληματισμό για τη λειτουργία του λεγόμενου «επιτελικού κράτους» εκφράζουν πέντε βουλευτές της Νέα Δημοκρατία, μέσω κοινής δημόσιας παρέμβασής τους, θέτοντας ζήτημα θεσμικής ισορροπίας, αποτελεσματικότητας και λογοδοσίας. Στην επιστολή τους επισημαίνουν ότι, παρά τη συγκέντρωση αρμοδιοτήτων στο κέντρο λήψης αποφάσεων, το μοντέλο αυτό δεν κατάφερε να περιορίσει ουσιαστικά φαινόμενα διαφθοράς και κακοδιοίκησης.
Την επιστολή συνυπογράφουν οι βουλευτές Αθανάσιος Ζεμπίλης, Ανδρέας Κατσανιώτης, Ξενοφών Μπαραλιάκος, Γιάννης Οικονόμου και Ιωάννης Παππάς, οι οποίοι καταγράφουν μια σειρά από δυσλειτουργίες που, όπως τονίζουν, αναδεικνύονται κυρίως σε περιόδους κανονικότητας και όχι κρίσεων.
Σύμφωνα με την παρέμβασή τους, το επιτελικό μοντέλο διακυβέρνησης —αν και αποδείχθηκε αποτελεσματικό σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης— έχει οδηγήσει σε υπερσυγκέντρωση εξουσιών σε έναν στενό κυβερνητικό πυρήνα, περιορίζοντας τον θεσμικό ρόλο τόσο των υπουργείων όσο και της Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Η εξέλιξη αυτή, επισημαίνουν, δημιουργεί ανισορροπίες που δεν συνάδουν με τη λειτουργία μιας ώριμης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αντίφαση που, κατά τους ίδιους, χαρακτηρίζει το σύστημα: ενώ το κέντρο της εξουσίας συγκεντρώνει τον έλεγχο και πιστώνεται τις επιτυχίες, σε περιπτώσεις αποτυχίας ή σκανδάλων η ευθύνη μετακυλίεται προς τα κατώτερα επίπεδα και κυρίως προς τους βουλευτές. Αυτό, όπως υπογραμμίζουν, υπονομεύει τη θεσμική λειτουργία και αλλοιώνει τον ρόλο της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης.
Οι βουλευτές τονίζουν ότι η αντιμετώπιση της διαφθοράς δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω περαιτέρω συγκεντρωτισμού ούτε με την απαξίωση του ρόλου των εκλεγμένων αντιπροσώπων. Αντιθέτως, προειδοποιούν ότι υπάρχει κίνδυνος ο βουλευτής να μετατραπεί σε παθητικό αποδέκτη αποφάσεων, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή στη διαμόρφωση πολιτικής, με περιορισμένα περιθώρια παρέμβασης.
Στο πλαίσιο αυτό, θέτουν την ανάγκη για έναν ουσιαστικό επανασχεδιασμό του μοντέλου διακυβέρνησης, με στόχο μια πιο αποκεντρωμένη και θεσμικά ισορροπημένη αρχιτεκτονική, που θα ενισχύει τη λογοδοσία, τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και τη συμμετοχή της περιφέρειας στη λήψη αποφάσεων.
Παράλληλα, επισημαίνουν ότι η χώρα δεν έχει ανάγκη μόνο από αλλαγές προσώπων, αλλά κυρίως από ποιοτικές θεσμικές παρεμβάσεις που θα φέρουν τη διοίκηση πιο κοντά στην κοινωνία. Υπογραμμίζουν, μάλιστα, ότι η ενίσχυση του ρόλου του βουλευτή ως φορέα πολιτικού ελέγχου και έκφρασης της κοινωνίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη βελτίωση της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.
Η παρέμβαση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο όπου επανέρχεται στο προσκήνιο η συζήτηση για τη λειτουργία των θεσμών και την ανάγκη ενίσχυσης της διαφάνειας, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει εσωτερικούς προβληματισμούς στο κυβερνών κόμμα για την επόμενη ημέρα της διακυβέρνησης.
